Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ότητα

91 wordsΕλληνικά(like ομοιότητα)

Practice in Greek →
  • αβεβαιότητα
  • αθωότητα
  • ακεραιότητα
  • αναγνωρισιμότητα
  • ανεκτικότητα
  • ανελαστικότητα
  • ανεστιότητα
  • ανθεκτικότητα
  • ανιχνευσιμότητα
  • ανομοιότητα
  • ανταγωνιστικότητα
  • ανταποδοτικότητα
  • αντιπαλότητα
  • αντιπροσωπευτικότητα
  • αποδοτικότητα
  • αποσπασματικότητα
  • ασυμβατότητα
  • αυθεντικότητα
  • αφερεγγυότητα
  • βεβαιότητα
  • βιωσιμότητα
  • δημιουργικότητα
  • δημοσιότητα
  • δημοτικότητα
  • διαγενεακότητα
  • διαθεσιμότητα
  • διασημότητα
  • διαφορετικότητα
  • διεκδικητικότητα
  • διορατικότητα
  • δυνατότητα
  • εκκρεμότητα
  • επικαιρότητα
  • επικινδυνότητα
  • επιπολαιότητα
  • επισημότητα
  • επιφυλακτικότητα
  • εργασιακή δυσλειτουργικότητα
  • εσωτερικότητα
  • ευαισθητότητα
  • ευαλωτότητα
  • ευθραυστότητα
  • εχθρότητα
  • ηλεκτροκινητικότητα
  • ιδιαιτερότητα
  • ιδιότητα
  • ιδιωτικότητα
  • ιχνηλασιμότητα
  • καθημερινότητα
  • κοινότητα
  • κοινωνική δυσπροσαρμοστικότητα
  • κομψότητα
  • λειτουργικότητα
  • λιτότητα
  • μεταβλητότητα
  • μεταδοτικότητα
  • μητρογραμμικότητα
  • μητρότητα
  • μικροκινητικότητα
  • μοιραιότητα
  • μοναχικότητα
  • μονοφωνικότητα
  • νομιμότητα
  • οικειότητα
  • ομοιότητα
  • παιδικότητα
  • παραβατικότητα
  • παραγωγικότητα
  • παρεμβατικότητα
  • πατρικότητα
  • πατρογραμμικότητα
  • πιθανότητα
  • πλαστότητα
  • ποιότητα
  • πολυφωνικότητα
  • προγονικότητα
  • προσαρμοστικότητα
  • προσωπικότητα
  • προσωρινότητα
  • προτεραιότητα
  • προφορικότητα
  • ρευστότητα
  • σταθερότητα
  • συμβατότητα
  • συνεκτικότητα
  • ταυτότητα
  • τοξικότητα
  • τρυφερότητα
  • υπηκοότητα
  • φερεγγυότητα
  • ωριμότητα

Judged sets

Showing 12 of 12

  • ταυτότητα · ποιότητα · ιδιότητα · κοινότητα

    rhyme 10/10natural 10/10

  • αβεβαιότητα · επικινδυνότητα · ανθεκτικότητα · δημιουργικότητα

    rhyme 10/10natural 10/10

  • παιδικότητα · δημιουργικότητα · ανθεκτικότητα · διαφορετικότητα

    rhyme 10/10natural 10/10

  • διασημότητα · ευθραυστότητα · αποδοτικότητα · μεταδοτικότητα

    rhyme 10/10natural 10/10

  • εκκρεμότητα · οικειότητα · αβεβαιότητα · προσωρινότητα

    rhyme 10/10natural 10/10

  • ταυτότητα · ιδιότητα · προσωπικότητα · διαφορετικότητα

    rhyme 10/10natural 9/10

  • παρεμβατικότητα · ανταποδοτικότητα · διεκδικητικότητα · αντιπροσωπευτικότητα

    rhyme 10/10natural 9/10

  • αβεβαιότητα · οικειότητα · ταυτότητα · ευαισθητότητα

    rhyme 10/10natural 9/10

  • ανελαστικότητα · διαθεσιμότητα · βιωσιμότητα · ανιχνευσιμότητα

    rhyme 10/10natural 9/10

  • αναγνωρισιμότητα · βιωσιμότητα · προσαρμοστικότητα · ιχνηλασιμότητα

    rhyme 10/10natural 9/10

  • ασυμβατότητα · πατρογραμμικότητα · μητρογραμμικότητα · ανταγωνιστικότητα

    rhyme 10/10natural 8/10

  • μοναχικότητα · ανθεκτικότητα · προφορικότητα · αυθεντικότητα

    rhyme 10/10natural 8/10