Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ότητα

105 wordsΕλληνικά(like ενότητα)

Practice in Greek →
  • αβεβαιότητα
  • αδελφότητα
  • αθωότητα
  • αμοιβαιότητα
  • αναγνωρισιμότητα
  • ανεκτικότητα
  • ανθεκτικότητα
  • ανθρωπότητα
  • ανταγωνιστικότητα
  • ανταποδοτικότητα
  • αντιπαλότητα
  • αντισυμβατικότητα
  • αντιφατικότητα
  • αποδοτικότητα
  • αποκλειστικότητα
  • αποφασιστικότητα
  • αυθεντικότητα
  • αυστηρότητα
  • αφερεγγυότητα
  • βεβαιότητα
  • βιωσιμότητα
  • γενναιότητα
  • γονεϊκότητα
  • δημιουργικότητα
  • δημοσιότητα
  • δημοτικότητα
  • διαθεσιμότητα
  • διακρατικότητα
  • διαλειτουργικότητα
  • διασημότητα
  • διεκδικητικότητα
  • δραστικότητα
  • δυνατότητα
  • εγκληματικότητα
  • εκδικητικότητα
  • εκκρεμότητα
  • ενότητα
  • εντοπιότητα
  • επιδραστικότητα
  • επικινδυνότητα
  • επισφαλότητα
  • επιφυλακτικότητα
  • εσωτερικότητα
  • ευαλωτότητα
  • εχθρότητα
  • θεαματικότητα
  • ιδιαιτερότητα
  • ιδιότητα
  • ικανότητα
  • ισότητα
  • καταγωγικότητα
  • κοινότητα
  • κομψότητα
  • κτητικότητα
  • λειτουργικότητα
  • μαχητικότητα
  • μεταβλητότητα
  • μεταδημοτικότητα
  • μεταδοτικότητα
  • μητρότητα
  • μηχανουργικότητα
  • μοναδικότητα
  • μοναχικότητα
  • μονοπαραγοντικότητα
  • μυστικότητα
  • νηφαλιότητα
  • νομαδικότητα
  • νομιμότητα
  • νοσηρότητα
  • οικειότητα
  • ουδετερότητα
  • παιδικότητα
  • παραβατικότητα
  • παραγωγικότητα
  • παρεμβατικότητα
  • παρορμητικότητα
  • πατρότητα
  • πιθανότητα
  • πιστοληπτικότητα
  • πνευματικότητα
  • ποιότητα
  • πολυπαραγοντικότητα
  • πολυπλοκότητα
  • πραγματικότητα
  • προσαρμοστικότητα
  • προσωπικότητα
  • προτεραιότητα
  • ρευστότητα
  • σκοπιμότητα
  • σταθερότητα
  • στερεότητα
  • στοχαστικότητα
  • συγγενικότητα
  • συλλογικότητα
  • συμβατότητα
  • συναισθηματικότητα
  • συνεκτικότητα
  • συντροφικότητα
  • συνωμοτικότητα
  • ταυτότητα
  • τοξικότητα
  • τρυφερότητα
  • υπηκοότητα
  • φερεγγυότητα
  • ωριμότητα

Judged sets

Showing 12 of 12

  • ταυτότητα · ποιότητα · ενότητα · δυνατότητα

    rhyme 10/10natural 10/10

  • παραβατικότητα · ανταγωνιστικότητα · ευαλωτότητα · συλλογικότητα

    rhyme 10/10natural 10/10

  • μητρότητα · τρυφερότητα · σταθερότητα · εσωτερικότητα

    rhyme 10/10natural 10/10

  • ταυτότητα · ποιότητα · δυνατότητα · πραγματικότητα

    rhyme 10/10natural 10/10

  • ταυτότητα · ποιότητα · ισότητα · ενότητα

    rhyme 10/10natural 10/10

  • αυθεντικότητα · διεκδικητικότητα · ανταγωνιστικότητα · λειτουργικότητα

    rhyme 10/10natural 10/10

  • μητρότητα · τρυφερότητα · σταθερότητα · ωριμότητα

    rhyme 10/10natural 10/10

  • αποδοτικότητα · ανταγωνιστικότητα · μοναχικότητα · πνευματικότητα

    rhyme 10/10natural 9/10

  • εκδικητικότητα · μαχητικότητα · ανθεκτικότητα · διεκδικητικότητα

    rhyme 10/10natural 8/10

  • πολυπαραγοντικότητα · μονοπαραγοντικότητα · διαλειτουργικότητα · μηχανουργικότητα

    rhyme 10/10natural 8/10

  • μεταδοτικότητα · θεαματικότητα · αναγνωρισιμότητα · επιδραστικότητα

    rhyme 10/10natural 8/10

  • πατρότητα · αυστηρότητα · αδελφότητα · ανταγωνιστικότητα

    rhyme 9/10natural 10/10