Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -όρος
Practice in Greek →- ελπιδοφόρος
- καρποφόρος
- κατηφόρος
- κερδοφόρος
- λεωφόρος
- μισθοφόρος
- προσοδοφόρος
- φωσφόρος
Judged sets
κερδοφόρος · καρποφόρος · ελπιδοφόρος · μισθοφόρος
κερδοφόρος · καρποφόρος · ελπιδοφόρος · μισθοφόρος