Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -όρος
Practice in Greek →- αιμοφόρος
- ανηφόρος
- ζωοφόρος
- καρποφόρος
- κερδοφόρος
- λεωφόρος
- μισθοφόρος
- οδοιπόρος
- πρωτοπόρος
- σαρκοβόρος
- συνοδοιπόρος
- φόρος
- χρονοβόρος
- ψηφοφόρος
- ψυχοφθόρος
Judged sets
ψηφοφόρος · καρποφόρος · κερδοφόρος · ζωοφόρος