Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ος
Practice in Greek →- άνθρωπος
- ενδοσκόπος
- καιροσκόπος
- κερδοσκόπος
- κόπος
- μισάνθρωπος
- οιωνοσκόπος
- τόπος
- τρόπος
- φόβος
- ωροσκόπος
Judged sets
οιωνοσκόπος · ενδοσκόπος · καιροσκόπος · ωροσκόπος
οιωνοσκόπος · ενδοσκόπος · καιροσκόπος · ωροσκόπος