Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ος
Practice in Greek →- αμφίσημος
- αναλώσιμος
- αξιοποιήσιμος
- διάσημος
- επιλύσιμος
- επίσημος
- κατεδαφίσιμος
- κρίσιμος
- μετρήσιμος
- χειραγωγήσιμος
- χρήσιμος
Judged sets
μετρήσιμος · επιλύσιμος · κατεδαφίσιμος · αξιοποιήσιμος
μετρήσιμος · επιλύσιμος · κατεδαφίσιμος · αξιοποιήσιμος