Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -άζοντας

6 wordsΕλληνικά

Practice in Greek →
  • αυτοσχεδιάζοντας
  • βάζοντας
  • βγάζοντας
  • επηρεάζοντας
  • κράζοντας
  • χαράζοντας

Judged sets

Showing 1 of 1

  • βάζοντας · βγάζοντας · κράζοντας · χαράζοντας

    rhyme 10/10natural 9/10