Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -άζεται
Practice in Greek →- εκστασιάζεται
- εξαναγκάζεται
- επεξεργάζεται
- επηρεάζεται
- επωάζεται
- καταναγκάζεται
- μοιράζεται
- νοιάζεται
- παραβιάζεται
- τηλεργάζεται
- υποβιβάζεται
- χρειάζεται
Judged sets
χρειάζεται · νοιάζεται · μοιράζεται · επηρεάζεται