Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ώνω
Practice in Greek →- αναδιαρθρώνω
- αποκρυσταλλώνω
- δυναμώνω
- επιβιώνω
- θεμελιώνω
- θυμώνω
- ιδρώνω
- λιώνω
- λυτρώνω
- μαλώνω
- ματώνω
- μεγαλώνω
- μετανιώνω
- ξεριζώνω
- ξημερώνω
- παγώνω
- πληρώνω
- ριζώνω
- σηκώνω
- τελειώνω
- τεντώνω
- χαλαρώνω
Judged sets
σηκώνω · τεντώνω · θυμώνω · πληρώνω