Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ώνει
Practice in Greek →- αποκλιμακώνει
- απομονώνει
- απονεκρώνει
- αποσαθρώνει
- δαγκώνει
- διαβρώνει
- διαστρεβλώνει
- δυναμώνει
- εκτονώνει
- ερημώνει
- κλιμακώνει
- λιώνει
- ξεσηκώνει
- ξημερώνει
- παγώνει
- παραμορφώνει
- πληγώνει
- σαρώνει
- σηκώνει
- τελειώνει
- φανερώνει
- φουσκώνει
- χαμηλώνει
Judged sets
τελειώνει · χαμηλώνει · δυναμώνει · ξεσηκώνει