Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ώθηκα

6 wordsΕλληνικά

Practice in Greek →
  • αναδιπλώθηκα
  • απαξιώθηκα
  • απομονώθηκα
  • εξιλεώθηκα
  • καθηλώθηκα
  • καταρρακώθηκα