Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -όσεων
Practice in Greek →- αποδόσεων
- εκδόσεων
- επιδόσεων
- μεταδόσεων
- παραδόσεων
- προδόσεων
Judged sets
παραδόσεων · επιδόσεων · αποδόσεων · εκδόσεων
αποδόσεων · προδόσεων · επιδόσεων · μεταδόσεων
παραδόσεων · επιδόσεων · αποδόσεων · εκδόσεων
αποδόσεων · προδόσεων · επιδόσεων · μεταδόσεων