Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ός
Practice in Greek →- ανταγωνισμός
- αριθμός
- αφανισμός
- γκρεμός
- δεσμός
- δισταγμός
- εγωισμός
- εθισμός
- ελιγμός
- ενθουσιασμός
- εφησυχασμός
- θεσμός
- θυμός
- καημός
- καπνός
- λαιμός
- λυγμός
- παλμός
- παροξυσμός
- πειρασμός
- περισπασμός
- πολιτισμός
- προορισμός
- ρυθμός
- σταθμός
- συναγερμός
- συνωστισμός
- σφυγμός
- υπαινιγμός
- φωτισμός
- χωρισμός
Judged sets
ρυθμός · παλμός · λαιμός · θυμός
ρυθμός · παλμός · θυμός · γκρεμός
ρυθμός · παλμός · σταθμός · αριθμός
συναγερμός · ελιγμός · παροξυσμός · ανταγωνισμός
συνωστισμός · ενθουσιασμός · ρυθμός · παλμός