Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -όλος
Practice in Greek →- ακτινοβόλος
- δισκοβόλος
- δόλος
- θόλος
- κεραυνοβόλος
- λιθοβόλος
- όλος
- πόλος
- ρόλος
Judged sets
ρόλος · δόλος · θόλος · πόλος
κεραυνοβόλος · δισκοβόλος · λιθοβόλος · ακτινοβόλος
ρόλος · δόλος · θόλος · πόλος
κεραυνοβόλος · δισκοβόλος · λιθοβόλος · ακτινοβόλος