Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -όδιο

7 wordsΕλληνικά

Practice in Greek →
  • αρμόδιο
  • διόδιο
  • εμπόδιο
  • εξόδιο
  • επεισόδιο
  • παρόδιο
  • προσόδιο

Judged sets

Showing 3 of 3

  • εμπόδιο · επεισόδιο · διόδιο · αρμόδιο

    rhyme 10/10natural 10/10

  • εμπόδιο · επεισόδιο · αρμόδιο · παρόδιο

    rhyme 10/10natural 9/10

  • προσόδιο · παρόδιο · επεισόδιο · εξόδιο

    rhyme 10/10natural 7/10