Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ούχος
Practice in Greek →- αδειούχος
- δικαιούχος
- διπλωματούχος
- μερισματούχος
- προνομιούχος
- συμβασιούχος
Judged sets
δικαιούχος · προνομιούχος · αδειούχος · συμβασιούχος
δικαιούχος · προνομιούχος · αδειούχος · συμβασιούχος