Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ούχος

6 wordsΕλληνικά

Practice in Greek →
  • αδειούχος
  • δικαιούχος
  • διπλωματούχος
  • μερισματούχος
  • προνομιούχος
  • συμβασιούχος

Judged sets

Showing 1 of 1

  • δικαιούχος · προνομιούχος · αδειούχος · συμβασιούχος

    rhyme 10/10natural 8/10