Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ος
Practice in Greek →- ανώνυμος
- επώνυμος
- μόνιμος
- νόμιμος
- ομώνυμος
- παρώνυμος
- συνώνυμος
- ψευδώνυμος
Judged sets
ανώνυμος · επώνυμος · συνώνυμος · ομώνυμος
ανώνυμος · επώνυμος · ψευδώνυμος · ομώνυμος
ανώνυμος · επώνυμος · ομώνυμος · παρώνυμος