Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ος
Practice in Greek →- αγοραίος
- ακαριαίος
- ακραίος
- αποδιοπομπαίος
- δέος
- κλέος
- λαθραίος
- μοιραίος
- νέος
- τελευταίος
- χρέος
- ωραίος
Judged sets
νέος · ωραίος · μοιραίος · τελευταίος
ακραίος · μοιραίος · λαθραίος · ωραίος
νέος · ωραίος · μοιραίος · τελευταίος
ακραίος · μοιραίος · λαθραίος · ωραίος