Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ογράφος
Practice in Greek →- δημοσιογράφος
- σεισμογράφος
- σεναριογράφος
- ταχογράφος
- φωτογράφος
- χορογράφος
Judged sets
φωτογράφος · χορογράφος · δημοσιογράφος · σεναριογράφος
φωτογράφος · χορογράφος · δημοσιογράφος · σεναριογράφος