Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -οί
Practice in Greek →- ανθεκτικοί
- ανταγωνιστικοί
- γονιδιακοί
- διεκδικητικοί
- ειρωνικοί
- καθοδηγητικοί
- κοιλιακοί
- οικογενειακοί
- παραγωγικοί
- παραδοσιακοί
- προγονικοί
- προστατευτικοί
- προσωπικοί
- τοξικοί
Judged sets
οικογενειακοί · παραδοσιακοί · προστατευτικοί · καθοδηγητικοί
παραγωγικοί · ανταγωνιστικοί · διεκδικητικοί · ανθεκτικοί