Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ισμός

105 wordsΕλληνικά(like ψυχισμός)

Practice in Greek →
  • ακτιβισμός
  • αμοραλισμός
  • αναβολισμός
  • αναθεωρητισμός
  • αναπροσανατολισμός
  • αναχρονισμός
  • ανθρωπισμός
  • ανταγωνισμός
  • αντικατοπτρισμός
  • απογαλακτισμός
  • αποκλεισμός
  • απολογισμός
  • απομονωτισμός
  • αποπροσανατολισμός
  • αποσυντονισμός
  • αποχαρακτηρισμός
  • αποχωρισμός
  • αριβισμός
  • αυθορμητισμός
  • αυταρχισμός
  • αυτοκαθορισμός
  • αυτοματισμός
  • αυτοπροσδιορισμός
  • αφορισμός
  • βηματισμός
  • βιοπορισμός
  • διαπληκτισμός
  • διαχωρισμός
  • διορισμός
  • δογματισμός
  • εγκλεισμός
  • εγκλωβισμός
  • εγωισμός
  • εθισμός
  • εκδημοκρατισμός
  • εκπατρισμός
  • εκτοπισμός
  • εξευγενισμός
  • εξευτελισμός
  • εξοβελισμός
  • εξοστρακισμός
  • επαγγελματισμός
  • επανακαθορισμός
  • επαναπατρισμός
  • επαναπροσδιορισμός
  • επαναϋπολογισμός
  • επαρχιωτισμός
  • εποικισμός
  • ετεροκαθορισμός
  • ετεροπροσδιορισμός
  • ετεροχρονισμός
  • ηλεκτροφωτισμός
  • ιδιωματισμός
  • ιριδισμός
  • καθορισμός
  • καιροσκοπισμός
  • καλλωπισμός
  • καταβολισμός
  • κατακερματισμός
  • καταναλωτισμός
  • καταποντισμός
  • κλονισμός
  • κλυδωνισμός
  • κομφορμισμός
  • κοσμοπολιτισμός
  • κυνισμός
  • μεταβολισμός
  • μετεωρισμός
  • μηδενισμός
  • νεολογισμός
  • νεποτισμός
  • νεωτερισμός
  • ορθολογισμός
  • οστρακισμός
  • παραγκωνισμός
  • παραλογισμός
  • πειραματισμός
  • περιορισμός
  • πληθωρισμός
  • πλουτισμός
  • πολιτισμός
  • πραγματισμός
  • προορισμός
  • προσηλυτισμός
  • προσπορισμός
  • πρωταγωνισμός
  • ρεαλισμός
  • σκεπτικισμός
  • συγκρητισμός
  • συγχρονισμός
  • συγχρωτισμός
  • συνυπολογισμός
  • συνωστισμός
  • τερματισμός
  • τηλεχειρισμός
  • τυχοδιωκτισμός
  • υπερκαθορισμός
  • υπολογισμός
  • φανατισμός
  • φωσφορισμός
  • φωτισμός
  • χειρισμός
  • χρωματισμός
  • χωρισμός
  • ψυχισμός

Judged sets

Showing 5 of 5

  • προορισμός · διορισμός · καθορισμός · περιορισμός

    rhyme 10/10natural 10/10

  • φωσφορισμός · ιριδισμός · ηλεκτροφωτισμός · χρωματισμός

    rhyme 10/10natural 9/10

  • εγκλεισμός · συγχρωτισμός · εξευγενισμός · αφορισμός

    rhyme 10/10natural 9/10

  • επαγγελματισμός · καταναλωτισμός · μηδενισμός · αναχρονισμός

    rhyme 10/10natural 9/10

  • ετεροκαθορισμός · αυτοκαθορισμός · επανακαθορισμός · υπερκαθορισμός

    rhyme 10/10natural 8/10