Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ικός

124 wordsΕλληνικά(like δικός)

Practice in Greek →
  • αδελφικός
  • αλγοκεντρικός
  • αλγοριθμικός
  • αμφιθυμικός
  • αναβολικός
  • αναμνηστικός
  • αναπροσαρμοστικός
  • ανατρεπτικός
  • αναχαιτιστικός
  • ανεδαφικός
  • ανεκτικός
  • ανελαστικός
  • ανθρωποκεντρικός
  • ανταγωνιστικός
  • αντιειρηνικός
  • αντιπαραγωγικός
  • αντιπυρικός
  • αντισυμβατικός
  • αντιφατικός
  • απαιτητικός
  • αποδημητικός
  • αποκεντρωτικός
  • αποπροσανατολιστικός
  • αποσπασματικός
  • αποτυχηματικός
  • αποφθεγματικός
  • αυθεντικός
  • αυτοκαταστροφικός
  • βιογραφικός
  • βιοποριστικός
  • γειτονικός
  • γενεαλογικός
  • γεωγραφικός
  • γοητευτικός
  • γονοτυπικός
  • γραφειοκρατικός
  • δανεικός
  • δημιουργικός
  • διαφορετικός
  • διαχρονικός
  • διεκδικητικός
  • δικός
  • δυναμικός
  • δυσλειτουργικός
  • δυστοπικός
  • εικονοκλαστικός
  • ειρωνικός
  • εκδικητικός
  • εκκεντρικός
  • εκρηκτικός
  • εκστατικός
  • ενορατικός
  • εξαντλητικός
  • εξουθενωτικός
  • επιγραμματικός
  • επικουρικός
  • επιφυλακτικός
  • εργολαβικός
  • εριστικός
  • εσωτερικός
  • εταιρικός
  • ετεροκαθοριστικός
  • ετεροκαταστροφικός
  • θετικός
  • καθησυχαστικός
  • καθοδηγητικός
  • κανονιστικός
  • καταθλιπτικός
  • καταλυτικός
  • κατασταλτικός
  • καταφατικός
  • καταχρηστικός
  • κηδεμονικός
  • κλειστοφοβικός
  • κληρονομικός
  • κοινωνικός
  • κυνικός
  • λογαριθμικός
  • μελαγχολικός
  • μεταλλικός
  • μεταναστευτικός
  • μεταφορικός
  • μεταφυσικός
  • μηχανικός
  • μνημονικός
  • μοναδικός
  • μοναχικός
  • μυοσκελετικός
  • μυστικός
  • νευραλγικός
  • νομισματικός
  • νοσταλγικός
  • ξενοφοβικός
  • ονειρικός
  • ουτοπικός
  • παιδικός
  • πανικός
  • παραθεριστικός
  • παραισθητικός
  • παραπλανητικός
  • παρελθοντικός
  • παρελκυστικός
  • παρεμβατικός
  • παρορμητικός
  • πατρικός
  • πατρογονικός
  • περιεκτικός
  • πολιτισμικός
  • πραγματιστικός
  • προγονικός
  • προσχηματικός
  • προτρεπτικός
  • ρητορικός
  • σαρκαστικός
  • σημαντικός
  • στοργικός
  • στρατηγικός
  • συγκεντρωτικός
  • συμπτωματικός
  • συναισθηματικός
  • τηλεγραφικός
  • τιμωρητικός
  • υπερπαραγωγικός
  • φιλειρηνικός

Judged sets

Showing 5 of 5

  • βιοποριστικός · ανταγωνιστικός · εξαντλητικός · απαιτητικός

    rhyme 10/10natural 10/10

  • εταιρικός · στρατηγικός · σαρκαστικός · εσωτερικός

    rhyme 10/10natural 10/10

  • αποκεντρωτικός · συγκεντρωτικός · αντιφατικός · καταφατικός

    rhyme 10/10natural 8/10

  • ανατρεπτικός · προτρεπτικός · αποφθεγματικός · τηλεγραφικός

    rhyme 10/10natural 8/10

  • αμφιθυμικός · δυσλειτουργικός · ενορατικός · παραισθητικός

    rhyme 8/10natural 8/10