Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -εύγει
Practice in Greek →- αποφεύγει
- διαφεύγει
- καταφεύγει
- ξεφεύγει
- προσφεύγει
- φεύγει
Judged sets
αποφεύγει · καταφεύγει · διαφεύγει · προσφεύγει
φεύγει · ξεφεύγει · διαφεύγει · αποφεύγει
αποφεύγει · καταφεύγει · διαφεύγει · προσφεύγει
φεύγει · ξεφεύγει · διαφεύγει · αποφεύγει