Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ανάλωση
Practice in Greek →- ανάλωση
- αυτοανάλωση
- αυτοκατανάλωση
- ιδιοκατανάλωση
- κατανάλωση
- υπερκατανάλωση
- υποκατανάλωση
Judged sets
υπερκατανάλωση · ιδιοκατανάλωση · υποκατανάλωση · αυτοκατανάλωση
υπερκατανάλωση · ιδιοκατανάλωση · υποκατανάλωση · αυτοκατανάλωση