Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -αίρεση
Practice in Greek →- αναίρεση
- αυθαίρεση
- αφαίρεση
- διαίρεση
- εξαίρεση
- καθαίρεση
- υπεξαίρεση
Judged sets
αφαίρεση · διαίρεση · αναίρεση · καθαίρεση
αφαίρεση · διαίρεση · εξαίρεση · αναίρεση
αφαίρεση · διαίρεση · αναίρεση · καθαίρεση
αφαίρεση · διαίρεση · εξαίρεση · αναίρεση