Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ίστηκα
Practice in Greek →- εκμηδενίστηκα
- εξοστρακίστηκα
- ζορίστηκα
- κλείστηκα
- κλονίστηκα
- οργίστηκα
- παραγκωνίστηκα
- πείστηκα
- χωρίστηκα
Judged sets
κλείστηκα · πείστηκα · χωρίστηκα · ζορίστηκα
κλείστηκα · πείστηκα · χωρίστηκα · ζορίστηκα