Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ίκευση

7 wordsΕλληνικά

Practice in Greek →
  • γενίκευση
  • ειδίκευση
  • εξατομίκευση
  • εξειδίκευση
  • εξιδανίκευση
  • εσωτερίκευση
  • ιδανίκευση

Judged sets

Showing 1 of 1

  • εξειδίκευση · γενίκευση · εσωτερίκευση · ιδανίκευση

    rhyme 10/10natural 9/10