Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ίκευση
Practice in Greek →- γενίκευση
- ειδίκευση
- εξατομίκευση
- εξειδίκευση
- εξιδανίκευση
- εσωτερίκευση
- ιδανίκευση
Judged sets
εξειδίκευση · γενίκευση · εσωτερίκευση · ιδανίκευση
εξειδίκευση · γενίκευση · εσωτερίκευση · ιδανίκευση