Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ία

185 wordsΕλληνικά(like πλοία)

Practice in Greek →
  • αβελτηρία
  • αγωνία
  • αδιαλλαξία
  • αδιαφορία
  • αδικία
  • αισιοδοξία
  • ακαμψία
  • ακροβασία
  • ακτινοβολία
  • αλαζονεία
  • αλγοριθμική μεροληψία
  • αλληγορία
  • αμβλυωπία
  • αμηχανία
  • αμνησία
  • αμφιβολία
  • αμφιθυμία
  • αναρχία
  • ανεξαρτησία
  • ανησυχία
  • ανθολογία
  • ανωνυμία
  • αξία
  • αξιοπιστία
  • απαισιοδοξία
  • απαξία
  • απιστία
  • απληστία
  • αποδημία
  • απολογία
  • απορία
  • αποτυχία
  • απουσία
  • αρμονία
  • αστοχία
  • ασυμφωνία
  • ασυνειδησία
  • ατολμία
  • ατροφία
  • αϋπνία
  • αυτογνωσία
  • αυτοθυσία
  • αυτονομία
  • βιβλιοφιλία
  • βιογραφία
  • βραβεία
  • γνωριμία
  • γνωστική αγνωσία
  • γοητεία
  • γραφεία
  • γραφειοκρατία
  • δειλία
  • δημιουργία
  • δημιουργική λογοκλοπία
  • διαδικασία
  • διαιτησία
  • διαμαρτυρία
  • διαφωνία
  • δικαιολογία
  • δοκιμασία
  • δολοπλοκία
  • δυσανεξία
  • δυσθυμία
  • δυσκαμψία
  • δυσκολία
  • δυσλειτουργία
  • δυσπιστία
  • δυστοπία
  • δυστυχία
  • δυσφορία
  • εθελοτυφλία
  • ειρωνεία
  • εκκλησία
  • ελευθερία
  • εμπειρία
  • ενδυμασία
  • επαρχία
  • επιθυμία
  • επικοινωνία
  • επιτυχία
  • επωνυμία
  • εργασία
  • ερμηνεία
  • εταιρεία
  • ετυμηγορία
  • ευκαιρία
  • ευστοχία
  • ευσυνειδησία
  • ευτυχία
  • ευφορία
  • εφηβεία
  • ζηλοφθονία
  • ηρεμία
  • ησυχία
  • θεοδικία
  • θεραπεία
  • θερμοκρασία
  • θεωρία
  • θυσία
  • ιδιοσυγκρασία
  • ιεραρχία
  • ισορροπία
  • ιστορία
  • καιροσκοπία
  • καταστροφολογία
  • κατηγορία
  • καχυποψία
  • κερδοσκοπία
  • κοσμοθεωρία
  • κυριαρχία
  • λατρεία
  • λαχεία
  • λεξιθηρία
  • λογοκλοπία
  • μελαγχολία
  • μελωδία
  • μητριαρχία
  • μητροκτονία
  • μηχανορραφία
  • μισαλλοδοξία
  • μπαταρία
  • νοσταλγία
  • οικονομία
  • ολιγαρχία
  • ολονυχτία
  • ορθοδοξία
  • ουσία
  • ουτοπία
  • πανοπλία
  • παραδοξία
  • παραλία
  • παραφιλολογία
  • παρηγορία
  • παρουσία
  • πατριαρχία
  • πατροκτονία
  • πατρωνυμία
  • πειθαρχία
  • περιουσία
  • περιπολία
  • πλατεία
  • πλοία
  • πολιτεία
  • πολυγλωσσία
  • πολυκατοικία
  • πολυφωνία
  • πορεία
  • προδοσία
  • προθεσμία
  • προσδοκία
  • προστασία
  • πρωτοβουλία
  • ραδιουργία
  • σημασία
  • συμμαχία
  • συμμορία
  • συμφωνία
  • συναισθηματική αμφιθυμία
  • συναυλία
  • συνεδρία
  • συνεργασία
  • συνοικία
  • συνομιλία
  • συνωμοσία
  • συνωμοσιολογία
  • σχολεία
  • τεχνολογία
  • τηλεργασία
  • υπεραξία
  • υπερτροφία
  • υπερωρία
  • υποκρισία
  • υποψία
  • υστερία
  • φαντασία
  • φασαρία
  • φιλία
  • φιλοδοξία
  • φιλοχρηματία
  • φυγοπονία
  • φωτογραφία
  • χορηγία
  • χορογραφία
  • χρονολογία
  • ψυχολογία

Judged sets

Showing 12 of 37

  • φιλοδοξία · αμφιβολία · ειρωνεία · αγωνία

    rhyme 10/10natural 10/10

  • αξία · θυσία · απουσία · προδοσία

    rhyme 10/10natural 10/10

  • πορεία · αγωνία · οικονομία · γνωριμία

    rhyme 10/10natural 10/10

  • μελαγχολία · αμφιβολία · θεραπεία · ισορροπία

    rhyme 10/10natural 10/10

  • συνεργασία · φαντασία · προδοσία · απουσία

    rhyme 10/10natural 10/10

  • πειθαρχία · ιεραρχία · κυριαρχία · αναρχία

    rhyme 10/10natural 10/10

  • επιτυχία · αποτυχία · δυστυχία · συμμαχία

    rhyme 10/10natural 10/10

  • καχυποψία · αμηχανία · αποτυχία · ευτυχία

    rhyme 10/10natural 10/10

  • εφηβεία · αμηχανία · νοσταλγία · μελαγχολία

    rhyme 10/10natural 10/10

  • συνεδρία · εμπειρία · θεωρία · ευκαιρία

    rhyme 10/10natural 10/10

  • ενδυμασία · διαδικασία · παρουσία · σημασία

    rhyme 10/10natural 10/10

  • τηλεργασία · δοκιμασία · φαντασία · σημασία

    rhyme 10/10natural 10/10