Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ήκη
Practice in Greek →- αποθήκη
- διαθήκη
- δισκοθήκη
- επιθήκη
- παρακαταθήκη
- προσθήκη
- συνθήκη
- υποθήκη
Judged sets
παρακαταθήκη · συνθήκη · προσθήκη · διαθήκη
αποθήκη · διαθήκη · παρακαταθήκη · υποθήκη
παρακαταθήκη · διαθήκη · υποθήκη · προσθήκη