Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ήθηκα
Practice in Greek →- αναθαρρήθηκα
- αποστασιοποιήθηκα
- αρνήθηκα
- γεννήθηκα
- εξαντλήθηκα
- θυμήθηκα
- κινήθηκα
- κοιμήθηκα
- κρατήθηκα
- λυπήθηκα
- παραιτήθηκα
- περιθωριοποιήθηκα
- φοβήθηκα
Judged sets
θυμήθηκα · κοιμήθηκα · λυπήθηκα · γεννήθηκα
θυμήθηκα · κοιμήθηκα · αρνήθηκα · γεννήθηκα