Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -έντρωση

6 wordsΕλληνικά

Practice in Greek →
  • ανασυγκέντρωση
  • αποκέντρωση
  • αυτοσυγκέντρωση
  • επικέντρωση
  • συγκέντρωση
  • υπερσυγκέντρωση

Judged sets

Showing 3 of 3

  • αποκέντρωση · επικέντρωση · συγκέντρωση · αυτοσυγκέντρωση

    rhyme 10/10natural 9/10

  • επικέντρωση · συγκέντρωση · αποκέντρωση · υπερσυγκέντρωση

    rhyme 10/10natural 9/10

  • επικέντρωση · αποκέντρωση · συγκέντρωση · ανασυγκέντρωση

    rhyme 10/10natural 9/10