Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -ένο

9 wordsΕλληνικά

Practice in Greek →
  • απωθημένο
  • δεδομένο
  • δεμένο
  • κεκτημένο
  • ξένο
  • πεπρωμένο
  • τρένο
  • φρένο
  • χαμένο

Judged sets

Showing 1 of 1

  • τρένο · ξένο · δεμένο · χαμένο

    rhyme 9/10natural 10/10