Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -άτωση
Practice in Greek →- αναστάτωση
- αποπραγμάτωση
- αποσωμάτωση
- αυτοπραγμάτωση
- αφυδάτωση
- διαστρωμάτωση
- ενσωμάτωση
- ενυδάτωση
- επανυδάτωση
- πραγμάτωση
- υπερενυδάτωση
Judged sets
ενυδάτωση · αφυδάτωση · επανυδάτωση · υπερενυδάτωση