Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -άτηση

7 wordsΕλληνικά

Practice in Greek →
  • αυταπάτηση
  • αυτοσυγκράτηση
  • εξαπάτηση
  • επικράτηση
  • κατακράτηση
  • παρακράτηση
  • συγκράτηση