Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -άστηκα
Practice in Greek →- γελάστηκα
- γυμνάστηκα
- επιβιβάστηκα
- κουράστηκα
- μοιράστηκα
- πιάστηκα
- συμβιβάστηκα
- φαντάστηκα
- χάστηκα
Judged sets
κουράστηκα · πιάστηκα · χάστηκα · γελάστηκα
κουράστηκα · πιάστηκα · χάστηκα · γελάστηκα