Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -άρισμα

8 wordsΕλληνικά

Practice in Greek →
  • καθάρισμα
  • μπλοκάρισμα
  • ξεκαθάρισμα
  • ξεσκαρτάρισμα
  • παρκάρισμα
  • σαμποτάρισμα
  • φλερτάρισμα
  • φρενάρισμα

Judged sets

Showing 1 of 1

  • μπλοκάρισμα · ξεσκαρτάρισμα · φλερτάρισμα · σαμποτάρισμα

    rhyme 10/10natural 9/10