Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -άθμιση
Practice in Greek →- αναβάθμιση
- αντιστάθμιση
- βάθμιση
- διαβάθμιση
- επαναστάθμιση
- στάθμιση
- υπεραντιστάθμιση
- υποβάθμιση
Judged sets
βάθμιση · διαβάθμιση · υποβάθμιση · αναβάθμιση
στάθμιση · αντιστάθμιση · επαναστάθμιση · υπεραντιστάθμιση