Λέξεις που ομοιοκαταληκτούν με -άγιο
Practice in Greek →- άγιο
- κουράγιο
- ναυάγιο
- πελάγιο
- πλάγιο
- φυλάγιο
Judged sets
κουράγιο · άγιο · πλάγιο · ναυάγιο
ναυάγιο · κουράγιο · πελάγιο · φυλάγιο
κουράγιο · άγιο · πλάγιο · ναυάγιο
ναυάγιο · κουράγιο · πελάγιο · φυλάγιο